ανεύθυνος

[анэфтинос] εκ. безответственный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανεύθυνος" в других словарях:

  • ανεύθυνος — η, ο (Α ἀνεύθυνος, ον) [ευθύνω] 1. αυτός που δεν φέρει ευθύνη για κάτι 2. αυτός από τον οποίο δεν μπορείς να ζητάς ευθύνες, ακαταλόγιστος 3. αυτός που δεν αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεων του, ο χωρίς αίσθημα ευθύνης νεοελλ.) (ποιν.) το… …   Dictionary of Greek

  • ανεύθυνος — η, ο επίρρ. α 1. αυτός που δεν έχει ευθύνες, που δεν είναι υπόλογος: Εκείνος ήταν ανεύθυνος για όσα έγιναν. 2. το ουδ. ως ουσ., το ανεύθυνο η έλλειψη ευθύνης: Το σύνταγμα της χώρας μας μιλά για το ανεύθυνο του ανώτατου άρχοντα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀνεύθυνος — ἀνεύθῡνος , ἀνεύθυνος not accountable masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αθώος — α, ο (Α ἀθῷος, ον, και ῷος, α, ον) 1. αυτός που έχει απαλλαγεί από κάποια κατηγορία, ο μη ένοχος 2. ο ανεύθυνος για κάτι νεοελλ. αγαθός, αφελής, απονήρευτος αρχ. 1. αυτός που δεν τιμωρήθηκε για κάτι, ατιμώρητος 2. αυτός που δεν έφταιξε, που δεν… …   Dictionary of Greek

  • ἀνευθύνω — ἀνευθύ̱νω , ἀνεύθυνος not accountable masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἀνευθύ̱νω , ἀνεύθυνος not accountable masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) ἀ̱νευθύ̱νω , ἀνευθύνω straighten aor ind mid 2nd sg (doric aeolic) ἀνευθύ̱νω , ἀνευθύνω straighten aor… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνευθύνως — ἀνευθύ̱νως , ἀνεύθυνος not accountable adverbial ἀνευθύ̱νως , ἀνεύθυνος not accountable masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνεύθυνον — ἀνεύθῡνον , ἀνεύθυνος not accountable masc/fem acc sg ἀνεύθῡνον , ἀνεύθυνος not accountable neut nom/voc/acc sg ἀνεύθῡνον , ἀνευθύνω straighten aor imperat act 2nd sg ἀ̱νεύθῡνον , ἀνευθύνω straighten imperf ind act 3rd pl (doric aeolic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • неповиньныи — (111) пр. Невинный, невиновный: б҃ъ же ѥдинъ... всѧ вы... ѹстроить въ всѧко дѣло бл҃го. несъвратьны. непорочьны. неповиньны (ἀνεγκλήτους) ΚΕ XII, 20б; правило ст҃го васили˫а. ре(ч) нѹжею бывающа˫а тли неповиньны бывають. КН 1280, 515г; Преже… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • αθωότητα — η (Α ἀθῳότης) [ἀθῷος] το να είναι κανείς αθώος, ανεύθυνος, αναίτιος για κάτι νεοελλ. αφέλεια, ευπιστία, αγαθοσύνη …   Dictionary of Greek

  • ακαταλόγιστος — η, ο [καταλογίζω] 1. αυτός που σκέπτεται, μιλάει ή ενεργεί όχι σύμφωνα με τη λογική 2. ο ανεύθυνος για τους λόγους και τις πράξεις του λόγω διανοητικής αναπηρίας, ψυχικής διαταραχής ή μικρής ηλικίας 3. εκείνος που γίνεται παράλογα «πράξη… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.